Sunday, October 23, 2011

Total Eclipse (1995)





In 1871, Paul Verlaine (1844-1896), an established poet, invites boy genius Arthur Rimbaud (1854-1891) to live with Paul and his young pregnant wife, Mathiltde, in her father's home in Paris. Rimbaud's uncouth behavior disrupts the household as well as the insular society of French poets, but Verlaine finds the youth invigorating. Stewed in absinthe and resentment, Verlaine abuses Mathiltde; he and Rimbaud become lovers and abandon her. There are reconciliations and partings with Mathiltde and partings and reconciliations with Rimbaud, until an 1873 incident with a pistol sends one of them to prison. Codas dramatize the poets' final meeting and last illnesses.

Because it was him…because it was me” αναφέρει ο Γάλλος ποιητής Paul Verlaine και με τον απλό αυτό τρόπο εξηγεί το δυνατό πάθος που έτρεφε για τον οκτώ χρόνια μικρότερό του Arthur Rimbaud, επίσης ποιητή. Μια ταινία που δύσκολα μπορεί να φέρει ένα μόνο ένα χαρακτηρισμό: ψυχόδραμα, ιστορία αγάπης, βιογραφία; Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν εστιάζει στο καλλιτεχνικό έργο των ηρώων, κάτι που (δυστυχώς) επανειλημμένα έχουμε συναντήσει σε παρόμοια φιλμ.

Το σενάριο είναι βασισμένο στα γράμματα που είχαν ανταλλάξει οι δύο ποιητές κατά τη διάρκεια της ζωής τους και υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Agnieszka Holland (Europa Europa, Olivier Olivier), η ταινία προσπαθεί να ξετυλίξει το κουβάρι μιας σχέσης παθιασμένης, (που βασίζεται εξίσου τόσο στη σωματική όσο και στην πνευματική έλξη) στη Γαλλία του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα: τότε που οι λογοτεχνικές αξίες και αναζητήσεις είχαν διαγράψει τον κύκλο τους και ανέμεναν νωχελικά κάτι, κάποιον να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά. Κι αυτό το κάτι βρέθηκε στο πρόσωπο του μόλις δεκαεξάχρονου Arthur Rimbaud, ενός χωριατόπαιδου με απίστευτο θράσος και κυνισμό απέναντι στη δήθεν καλή κοινωνία και τους καταξιωμένους λογοτέχνες, αλλά συνάμα με άπλετο ταλέντο, ο οποίος απαίτησε ως φυσικό του δικαίωμα να ανακαλύψει τον εαυτό του από όλες τις πλευρές, να ζήσει τα πάντα, να αποτελέσει όχι απλώς μέρος του κόσμου, αλλά να είναι ολόκληρος ο κόσμος, να γίνει ο κάθε άνθρωπος. Δεν αναζητεί τη διασημότητα, την καταξίωση, τον πλούτο. Μέσα από αυτήν την εξωπραγματική και εξουθενωτική βίωση βρίσκει την έμπνευση να συνθέσει τα αριστουργηματικά ποιήματά του, ακατανόητα, αλλά και ανόητα και ανήθικα για τους επαϊοντες της εποχής εκείνης, όπως και κάθε τι επαναστατικό άλλωστε, το οποίο πάντα αμφισβητείται και απορρίπτεται, ώσπου να έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να το καταξιώσει. Είναι ο φόβος της συνειδητοποίησης ότι έχει πλέον σημάνει το τέλος μιας περιόδου, που δεν έχει τίποτα καινούριο να δώσει και επομένως οι εκπρόσωποί της είναι αναγκασμένοι να παραχωρήσουν τη θέση τους στο νέο.

Μόλις, όμως, καταλαβαίνει ότι δεν έχει τίποτα φρέσκο να δώσει, έχει τη δύναμη να σταματήσει και κατηγορηματικά να απορρίψει την ποίηση, που ως τότε αποτελούσε το δηλωμένο από τον ίδιο επάγγελμά του, για να μην οδηγηθεί στην απαξίωση. Έτσι λοιπόν, τον παρακολουθούμε να βιώνει έναν καλλιτεχνικό οργασμό για τρία μόνο χρόνια (από 16 μέχρι και 19 ετών). Δεν είναι τυχαίο ότι η ποίηση του Rimbaud επηρέασε μεταγενέστερους καλλιτέχνες που κινήθηκαν με το δικό τους επαναστατικό τρόπο (Jack Kerouac, Jim Morrison).

Ο Paul Verlaine ανήκει στο παλιό, το ξεφτισμένο λογοτεχνικό κύκλο, ο οποίος όμως με περισσό θάρρος ανακαλύπτει και αναγνωρίζει στο νεαρό Rimbaudτη φρεσκάδα του καινούριου. Παρά το γάμο του με μία γυναίκα νέα, όμορφη και απόλυτα υποταγμένη στο θέλημά του, δεν μπορεί να μην παρασυρθεί από τη ζωντάνια του νεαρού αγοριού, το οποίο πολλές φορές κατά τη διάρκεια της σχέσης τους θα τον προσβάλλει, θα τον πληγώσει και τελικά θα τον οδηγήσει στην καταστροφή (θα φυλακιστεί για δύο χρόνια με την κατηγορία του σοδομισμού). Αλλά και το τέλος του νέου δεν είναι καλύτερο: μετά από μία δεκαετία στην Αφρική, πεθαίνει στο πατρικό του από καρκίνο στο πόδι.

Σκοτεινή και άκρως υποβλητική η γαλλική ατμόσφαιρα που περιβάλλει τους πρωταγωνιστές, με το Leonardo DiCaprio να κλέβει για άλλη μια φορά την παράσταση με την παθιασμένη ερμηνεία του και να ομολογεί σε συνεντεύξεις ότι ο συγκεκριμένος ρόλος τον άλλαξε. Η σκηνοθέτιδα τον χαρακτήρισε ως κάποιον που ανοίγει τον εαυτό του και εισπράττει την ψυχή και το νου του άλλου. Ήταν μία ριψοκίνδυνη απόφαση να συμμετάσχει σε μια ταινία (οι μάνατζέρ του τον αποθάρρυναν να δεχτεί το ρόλο) που πραγματεύεται ένα θέμα όχι τόσο οικείο για το αγγλόφωνο κοινό, με αρκετές σκληρές και τολμηρές σκηνές (πολλά από τα γυμνά που κάνει στην ταινία τελικά δεν προβλήθηκαν, εκτός από μερικά μόνο στην Ευρώπη), ιδιαίτερα μετά από τις διθυραμβικές κριτικές που είχε αποκομίσει για τα φιλμ “WhatΑs eating Gilbert Grape” και “MarvinΑs Room”. Οι κριτικοί, άδικα κατά την άποψή μου, αποδείχτηκαν σκληροί μαζί του και βίωσε για πρώτη (αλλά μάλλον και τελευταία) φορά τα αρνητικά τους σχόλια. Ο David Thewlis από την άλλη ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στο δικό του ρόλο, πέφτοντας όμως στην παγίδα του μανιερισμού, αποδίδοντας χωρίς το αναμενόμενο πάθος το χαρακτήρα που ερμηνεύει.

Η ταινία κλείνει με την παράκληση της αδελφής του επαναστάτη ποιητή προς το Verlaine, να της παραδώσει όσα ποιήματά του έχει στην κατοχή του, για να κρίνει εκείνη ποια θα εκδοθούν, αφού τα περισσότερα τα χαρακτηρίζει ως ανήθικα: άλλο ένα δείγμα της παπικού καθωσπρεπισμού και σεμνοτυφίας της εποχής που προσπάθησε να επιβάλλει πνευματική λογοκρισία και φίμωση σε κάθε τι νέο.

Και οι δύο ήρωες γενικότερα περιγράφονται με ωμό ρεαλισμό, χωρίς καμιά προσπάθεια απόδοσης καθαρά ανθρώπινων χαρακτηριστικών, που ίσως οδηγούσε στη δικαιολόγηση της δυσάρεστης συμπεριφοράς τους και στη συνεπακόλουθη έκφραση αποδοχής και συμπάθειάς τους, από κάποια μερίδα του κοινού. Η Holland θέλει να γίνουν τα πρόσωπα αυτά αγαπητά μόνο μέσα και εξαιτίας της ποιητικής τους αξίας. Παραλείπονται επίσης, αναφορές στην παιδική ηλικία του Rimbaud, οι οποίες ίσως να βοηθούσαν περισσότερο στην κατανόηση του ανήσυχου και εικονοκλαστικού του χαρακτήρα.

Mε Ενσωματωμένους Ελληνικούς Υπότιτλους.

No comments :